Ο Δημήτρης Νικολαΐδης τράβηξε τα καλώδια που τον κρατούσαν στη ζωή

Το πρόσωπό του μας φέρνει στο μυαλό δεκάδες σκηνές από τις ωραιότερες ελληνικές ταινίες…

Έχει περίπου 80 ταινίες στο ενεργητικό του και μετρά συνεργασίες που πολλοί συνάδελφοί του θα ζήλευαν.

Ο Δημήτρης Νικολαΐδης έγραψε τη δική του ιστορία στον χώρο της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας, με τις ταινίες στις οποίες συμμετείχε –συνήθως διατηρώντας δεύτερους ρόλους- να ανήκουν στην κατηγορία των πιο εμπορικών και «πολυπαιγμένων» ακόμα και την τελευταία δεκαετία.

Το πρόσωπό του μας φέρνει στο μυαλό δεκάδες σκηνές από τις ωραιότερες ελληνικές κινηματογραφικές παραγωγές, με τους νεότερους να τον έχουν συνδέσει με τους ρόλους τους σε αρκετές ταινίες της Αλίκης Βουγιουκλάκη.

Ποιος ξεχνά τον αυστηρό καθηγητή στο «Χτυποκάρδια στο Θρανίο»; Ή τις ατάκες τους στις ταινίες «Η Λίζα και η Άλλη», «Το Δόλωμα» και «Η Αγάπη μας»; Όχι φυσικά ότι οι συνεργασίες του με τη Τζένη Καρέζη, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, τον Κώστα Βουτσά, την Έλλη Λαμπέτη, ή τον καλό του φίλο Λάμπρο Κωνσταντάρα πέρασαν «στα ψιλά».

Οι παραγωγές στις οποίες συμμετείχε ήταν πολλές και αξιόλογες, ωστόσο όπως αποδείχθηκε η «τελευταία πράξη» θα ήταν εκείνη που θα θυμόντουσαν όλοι από εκείνον.

Ο Δημήτρης Νικολαΐδης, βλέπεις, θέλησε να γράψει μόνος του το οριστικό του τέλος, επιθυμώντας να φύγει σαν κύριος, χωρίς να ταλαιπωρηθεί άλλο. Για το μόνο που όσοι τον γνώριζαν ήταν βέβαιοι, είναι πως το μοναδικό για το οποίο θα λυπόταν, ήταν που άφηνε πίσω του τη μεγάλη του αγάπη. Τη «μικρή» του, όπως συνήθιζε να φωνάζει την επί 38 χρόνια σύζυγό του, Σούλη Σαμπάχ.

Ο κεραυνοβόλος έρωτας και ο γάμος που διήρκεσε μέχρι τέλους – Οι δυο τους είχαν γνωριστεί το καλοκαίρι του 1955 κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού της Σούλης –κατά κόσμον Αναστασία Χριστοδούλου- στην Αθήνα, μέσω της ηθοποιού Ίλιας Λιβικού.

Έναν μήνα μετά, οι δυο τους παντρευόντουσαν στο εκκλησάκι του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου στο Κολωνάκι, με την ίδια να έχει εγκαταλείψει για χάρη του τη ζωή της στην Αίγυπτο. Δεν το μετάνιωσε ποτέ.

Έχτισε μια καριέρα ως τραγουδίστρια και ηθοποιός στην Ελλάδα με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Σούλη Σαμπάχ. Ήταν εκείνη που ερμήνευσε το αξέχαστο «Γαρύφαλλο στ’ αυτί» στην επιτυχημένη –και διαχρονική- ταινία «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο».

Εκείνος διέγραφε μια λαμπρή πορεία στο σινεμά, παρόλα αυτά όμως ποτέ δεν θέλησε να συνεργαστεί με την αγαπημένη του. Δεν την ένοιαζε. Εξάλλου, όπως συνήθιζε να λέει «ο ωραιότερος ρόλος της ζωής της ήταν αυτός κοντά στον Δημητράκη της».

Έμειναν μαζί περίπου τέσσερις δεκαετίες. Μέχρι που τους χώρισε ο θάνατος.

Το πρόβλημα υγείας και η αντίστροφη μέτρηση

Το ζευγάρι είχε συμπληρώσει 10 χρόνια γάμου. Ο Νικολαΐδης ήταν 43 ετών όταν το κληρονομικό πρόβλημα υγείας που εμφάνισε θα άλλαζε τη ζωή τους. Σύμφωνα με την ιατρική γνωμάτευση, είχε εκ γενετής έλλειψη του ενζύμου «αντιθρυψίνη», το οποίο έχει την ιδιότητα να καθαρίζει το αίμα. Η έλλειψή του εμπόδιζε τον ηθοποιό να αναπνεύσει σωστά μέσω των πνευμόνων, με αποτέλεσμα η φαρμακευτική αγωγή να κρίνεται αναγκαία. Η σύζυγός του είχε αποκαλύψει πως έκανε ειδικές ενέσεις για να μπορεί να αναπνέει.

Μέχρι το καλοκαίρι του 1983 η κατάστασή του παρέμενε σταθερή, με τον ίδιο να ακολουθεί τις συμβουλές τον γιατρών έχοντας πάντα στο πλευρό του τη σύζυγό του. Τότε, όμως, οι δυο τους κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τη σοβαρή επιδείνωση της υγείας του. Εκείνη παράτησε τα πάντα για να μείνει κοντά του σε ρόλο «γιατρού» χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά.

Για δέκα περίπου χρόνια η αγωγή τον κρατούσε ενεργό. Δεν είχε σταματήσει να εργάζεται. Το 1992, όμως, τα νέα θα αποδεικνύονταν πολύ άσχημα.

Μια προγραμματισμένη εξέταση έφερε τη Σαμπάχ αντιμέτωπη με μια αλήθεια που δεν ήθελε να γνωρίζει: Ο αγαπημένος της είχε μόνο 6 μήνες ζωής.

Η κάμαρά τους διαμορφώθηκε έτσι ώστε να του παρέχει την ίδια φροντίδα με ένα δωμάτιο εντατικής θεραπείας. Φρόντιζε να εμφανίζεται πάντα χαρούμενη κοντά του, φτιάχνοντας του τη διάθεση και βοηθώντας τον να περάσει όσο το δυνατό καλύτερα τους τελευταίους μήνες της ζωής του. Δυστυχώς, ο ηθοποιός θα έφευγε από την ίδια ασθένεια που είχε σκοτώσει τον πατέρα του, όταν εκείνος ήταν μόλις εννέα ημερών βρέφος.

Η τελευταία πράξη

Το τέλος θα γραφόταν τον χειμώνα του 1993. Η Σούλη τον είχε αφήσει μόνο του στο σπίτι με την αποκλειστική νοσοκόμα που τον πρόσεχε. Είχε πει το «ναι» για να τραγουδήσει στη δεξίωση του γάμου ενός φιλικού ζευγαριού, με τον Νικολαΐδη να της ζητά πριν φύγει να τον καλέσει από εκεί στο τηλέφωνο και να το αφήσει ανοιχτό απλά και μόνο για να την ακούσει να τραγουδάει. Ήταν η τελευταία φορά που θα την άκουγε…

Το επόμενο πρωινό μια σοβαρή κρίση τον οδήγησε στο νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση. Η αποκλειστική νοσοκόμα, παραδέχτηκε λίγο αργότερα πως πριν την κρίση αυτή, είχε αρνηθεί να πάρει τα φάρμακά του λέγοντας της πως «σήμερα πια δεν τα χρειάζεται». «Είναι κλινικά νεκρός», θα άκουγε η Σούλη από τους θεράποντες γιατρούς.

Έμεινε σε τεχνητό κώμα δέκα ολόκληρες ημέρες πριν οι γιατροί αποφασίζουν να τον επαναφέρουν. Αμέσως κατάλαβε σε πόσο άσχημη κατάσταση βρισκόταν, όταν συνειδητοποίησε πως ήταν διασωληνωμένος. Χωρίς κανείς να προλάβει να αντιδράσει, αρπάζει τα καλώδια που επί της ουσίας τον «συνέδεαν» με τη ζωή και τα τραβά. Η καρδιά του σταμάτησε αμέσως.

Παρά το γεγονός πως οι γιατροί κατάφεραν να τον επαναφέρουν, γρήγορα έφυγε από τη ζωή. Ήταν 21 Ιανουαρίου του 1993 όταν η Σούλη τον αποχαιρέτησε για πάντα. Πέθανε σε ηλικία 81 ετών. Σήμερα, η «μικρή» του είναι 88 ετών και έχει συμπληρώσει 26 χρόνια χωρίς εκείνον…

Πηγή: menshouse.gr